επισχύω

(Α ἐπισχύω) [ισχύω]
νεοελλ.
ναυτ. ενισχύω τα πλοία που καταδιώκουν τον εχθρό αποσπώντας μονάδες από την κύρια ναυτική δύναμη
αρχ.
1. ενισχύω, δίνω δύναμη («καὶ φίλους ἐπωφελεῑν καὶ πόλιν ἐπισχύειν», Ξεν.)
2. (αμτβ.) είμαι, γίνομαι ισχυρός, δυναμώνω («ῥιζωθέντα καὶ ἐπισχύσαντα», Θεόφρ.)
3. υπερισχύω («τῆς κατὰ τὸ πεπρωμένον ἀνάγκης ἐπισχυούσης», Διόδ. Σικ.)
4. επιμένω στον ισχυρισμό μου («οἱ δέ ἐπίσχυον λέγοντες», ΚΔ)
5. φρ. «ἐπισχύω πρός τι» — έχω δύναμη, επιρροή αναφορικά με κάτι, ενεργώ αποτελεσματικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπισχύω — ἐπισχύ̱ω , ἐπισχύω make strong pres subj act 1st sg ἐπισχύ̱ω , ἐπισχύω make strong pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσχυον — ἐπί̱σχῡον , ἐπισχύω make strong imperf ind act 3rd pl ἐπί̱σχῡον , ἐπισχύω make strong imperf ind act 1st sg ἐπίσχῡον , ἐπισχύω make strong imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐπίσχῡον , ἐπισχύω make strong imperf ind act 1st sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισχύσει — ἐπισχύ̱σει , ἐπισχύω make strong aor subj act 3rd sg (epic) ἐπισχύ̱σει , ἐπισχύω make strong fut ind mid 2nd sg ἐπισχύ̱σει , ἐπισχύω make strong fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισχύει — ἐπισχύ̱ει , ἐπισχύω make strong pres ind mp 2nd sg ἐπισχύ̱ει , ἐπισχύω make strong pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισχύουσι — ἐπισχύ̱ουσι , ἐπισχύω make strong pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπισχύ̱ουσι , ἐπισχύω make strong pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισχύσαντα — ἐπισχύ̱σαντα , ἐπισχύω make strong aor part act neut nom/voc/acc pl ἐπισχύ̱σαντα , ἐπισχύω make strong aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσχυες — ἐπί̱σχῡες , ἐπισχύω make strong imperf ind act 2nd sg ἐπίσχῡες , ἐπισχύω make strong imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσχυσαν — ἐπί̱σχῡσαν , ἐπισχύω make strong aor ind act 3rd pl ἐπίσχῡσαν , ἐπισχύω make strong aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεπισχύω — Α 1. ενισχύω κάποιον σε συνεργασία με κάποιον άλλο 2. ιατρ. συντελώ («συνεπισχύειν πρὸς [τὸν] τοῡ κάμνοντος κίνδυνον», Γαλ.) 3. αστρολ. (για πλανήτες) συνδυάζω ενέργεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπισχύω «ενισχύω, δυναμώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ἐπισχυούσης — ἐπισχῡούσης , ἐπισχύω make strong pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.